Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Ευχαριστώ, δεν θα πάρω μπαλίτσα με αίμα...


 – του Θωμά Γιούργα



Μία μπάλα για κάθε παιδί: ονόματα παιδιών που δολοφονήθηκαν σε επιχειρήσεις της αστυνομίας στις φαβέλες εν όψη εκκαθαρίσεων για την «ομαλή» διεξαγωγή του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος

Μέσω: Νόστιμον Ήμαρ

Στην Βραζιλία του Μουντιάλ πάνω από 12 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στις φαβέλες σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και περιθωριοποίησης. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση της Βραζιλίας θα ξοδέψει περισσότερα από 7 δις δολάρια μόνο για την κατασκευή των γηπέδων, τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει πρόσβαση σε τρόφιμα, βασική εκπαίδευση, φάρμακα και υπηρεσίες υγείας.

Πικάντικη λεπτομέρεια; Η FIFA ως μη-κερδοσκοπικός-οργανισμός μπαίνει σε καθεστώς μεγάλων φοροαπαλλαγών γλυτώνοντας έτσι την απόδοση περίπου μισού δις δολαρίων στο κράτος της Βραζιλίας. Το πως και το γιατί θεωρείται μη-κερδοσκοπικός ένας οργανισμός που στοχεύει ξεκάθαρα στο κέρδος από το χρυσό εμπόρευμα του ποδοσφαίρου το αφήνω ως ρητορικό ερώτημα και τροφή για σκέψη.

Πέρα από το ηθικά τερατώδες οικονομικό σκάνδαλο, στην Βραζιλία του Μουντιάλ συντελείται ένα οργανωμένο έγκλημα με ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν εκδιωχθεί βιαίως από τα σπίτια όπου έμεναν για χρόνια. Αθώοι άνθρωποι και μικρά παιδιά, έχουν τραυματιστεί και δολοφονηθεί από τις μαζικές επιχειρήσεις τις Βραζιλιανικης αστυνομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ακραίας και αχρείαστης βίας, η εκδίωξη από τα σπίτια τους των κατοίκων γύρω από την περιοχή του γηπέδου Μαρακανά ώστε να κατασκευαστεί ένας τεράστιος χώρος στάθμευσης για 10.000 αυτοκίνητα.

Το μοναδικό παράπτωμά των περισσότερων εξ αυτών ήταν ότι θα εξέθεταν την αντιαισθητική φτώχεια τους στα μάτια των Μουντιαλικών τουριστών. Οι ζωές των πιο φτωχών Βραζιλιάνων θεωρήθηκαν ως το αποκρουστικό, αηδιαστικό πρόγραμμα στην τηλεόραση την ώρα του πλούσιου δείπνου. Η Βραζιλιάνικη κυβέρνηση μετετράπη στο βίαιο χέρι που έτρεξε να αλλάξει κανάλι ώστε να μην αηδιάσουν οι χορτασμένοι οπαδοί του θεάματος.

Κι εμείς εδώ τι σχέση έχουμε με όλα αυτά; Μπορούμε να σώσουμε τον κόσμο; Μπορούμε να αλλάξουμε κάτι εάν μπουκοτάρουμε το Μουντιάλ; Μήπως δεν είναι πρακτική μια ζωή που βάζει τόσο αυστηρά ηθικά όρια και βέτο;

Με τη σειρά, όπως λέει και ο Άδωνις Γεωργιάδης, με τη σειρά:
α) Η ηθική υποχρέωση μπορεί να σχετίζεται με την εγγύτητα ενός γεγονότος σε σχέση με την δυνατότητα παρέμβασης. Για παράδειγμα, μπορεί να έχω ηθική ευθύνη να σώσω το μωρό που πνίγεται δίπλα μου αλλά όχι το μωρό που πνίγεται σε μια λίμνη στην Καμπότζη. Η Βραζιλία πέφτει αρκετά μακριά ώστε να έχουμε την ηθική υποχρέωση να αντισταθούμε στην αστυνομική βία που ασκείται κατά των κατοίκων στις φαβέλες.
β) Η ηθική υποχρέωση μπορεί να σχετίζεται με την ένταση ενός γεγονότος, την πρόσβαση στην πληροφορία περί του γεγονότος ή στην δυνατότητά μας να πράξουμε κάτι ώστε να ελαχιστοποιήσουμε τον αχρείαστο πόνο.

Εδώ είναι ξεκάθαρο πως η δολοφονική βία που ασκείται εναντίων των φτωχών Βραζιλιάνων έχει γίνει ή μπορεί εύκολα να γίνει γνωστή σε κάποιον που ασχολείται με το γεγονός του Μουντιάλ. Αυτομάτως, ερχόμαστε σε επαφή με την ένταση του γεγονότος μαθαίνοντας για τις ποσοτικές και ποιοτικές πτυχές της καταστροφής της ζωής των θυμάτων. Από αυτούς τους δύο παράγοντες πηγάζει η ηθική υποχρέωσή μας για αντίδραση. Είναι σαν να γνωρίζουμε πως για την κατασκευή ενός μπαρ δολοφονήθηκαν και εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους οι φτωχοί της γειτονιάς και εμείς να πηγαίνουμε χωρίς να τρέχει τίποτα για να πιούμε το μοχίτο μας. Πως μπορούμε να αντισταθούμε στο έγκλημα που συντελείται στην Βραζιλία του Μουντιάλ; Απάντηση: Απέχοντας από κάθε επαφή με το προιόν, και διαδίδοντας τα πραγματικά γεγονότα με σκοπό να αφυπνίσουμε συνειδήσεις.

Και τι θα καταφέρουμε αν τα κάνουμε αυτά; Και πάλι κάποιοι θα πάνε στο αιματοβαμμένο μπαρ, θα πιούνε τα ποτάκια τους και θα φύγουνε σαν κύριοι. Τι θα αλλάξουμε εμείς εδώ από την Ελλάδα αν δεν δούμε την μπαλίτσα μας; Απάντηση: Τον εαυτό μας θα αλλάξουμε. Θα μεγαλώσουμε την συνείδησή μας. Θα είμαστε σε μεγαλύτερη εγρήγορση για την επόμενη προσπάθεια αποκτήνωσής μας. Μπορείτε να σκεφτείτε κάτι πιο πρακτικό και ωφέλιμο από αυτό;
 
   2 Comments
Ξυπνάω το πρωί, φοράω το nike μπλουζάκι μου, ανοίγω μια cocacola, ανάβω ένα marlboro, κάθομαι στο γραφείο του ikea, ανοίγω το κινητό και τον υπολογιστή μου, και τα δύο φτιαγμένα σε εργοστάσια της foxconn.
Μπαίνω στο ίντερνετ, και υπενθυμίζω σε όλους να μποϊκοτάρουν το μουντιάλ, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να αποκτηνωθούν.

Μεταξύ μας, κάπου χάνεται η μπάλα ε. Μεταφορικά και κυριολεκτικά.
 
 
Michael Theødosiadis
 Εν ολίγοις, χωρίς το pc δεν μπορώ να δουλέψω (και συνεπώς δεν μπορώ να ζήσω), χωρίς το κινητό δεν μπορώ να ενημερώσω κάποιον αν πάθω κάτι, όπως και κανείς δεν μπορεί να έρθει άμεσα σε επικοινωνία μαζί μου αν πάθει αυτός/η κάτι. Αν πείσω τον εαυτό μου ότι δίχως το World Cup η ζωή μου θα γίνει κόλαση, τότε ζω μια αυταπάτη. Αν προκειμένου να ζήσω εγώ αυτήν την αυταπάτη χρειάζεται να δολοφονηθούν ένα σωρό παιδιά, τότε μάλλον κάτι δεν πάει καλά μ’ εμένα.

Ένα μποϋκοτάζ σίγουρα δεν θα λύσει ένα τόσο πολυσύνθετο πρόβλημα, άλλωστε ούτε και ο ίδιος ο αρθρογράφος πιστεύει κάτι τέτοιο όταν ρωτά: «τι θα αλλάξουμε εμείς εδώ από την Ελλάδα αν δεν δούμε την μπαλίτσα μας;» Το να αλλάξουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, σε πιο κινηματική γλώσσα, το να επανακαθορίσουμε τις ανάγκες μας, το να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση μας μέσα σε μια κοινωνία ζούγκλα (στην τελική αυτό προτείνει ο Θωμάς) είναι κάθε άλλο παρά αυταπάτη. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη αυταπάτη από το να επενδύουμε σε μια πλασματική ευτυχία ενώ γνωρίζουμε ότι πίσω από τη βιτρίνα κρύβεται η απόλυτη δυστυχία; Ας προσπαθήσουμε αρχικά να συνειδητοποιήσουμε πόσο ανήθικοι έχουμε γίνει, και στη συνέχεια έπονται και οι υπολογιστές, τα κινητά, τα τραπέζια μας κτλ. Για την ώρα, αυτό μπορούμε να κάνουμε και θα το κάνουμε. Και σίγουρα μπορεί να αποτύχουμε! Άλλωστε, ούτε η πρώτη φορά θα είναι ούτε η τελευταία.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΕΓΚΛΩΒΙΣΤΕΙΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΦΡΑΧΤΕΣ ΠΟΥ ΣΗΚΩΝΕΙΣ


  Author: kartesios
«“Εβρος αδιάβατος” – το μήνυμα εστάλη» και ταυτόχρονα «Συλλήψεις 43.000 λαθρομεταναστών»


Παρακάμπτω το γεγονός ότι σε αρκετά σημεία τα δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν την ίδια ημέρα, στην ίδια εφημερίδα, αλληλοαναιρούνται. Πρόβλημά τους. Το δικό μου πρόβλημα έχει σχέση με τον εφιαλτικό τίτλο ««“Εβρος αδιάβατος” – το μήνυμα εστάλη».

Διότι ίσως υπάρξει μια μέρα που η FrankfurterAllgemeine θα καθησυχάζει τους αναγνώστες της γράφοντας σε άρθρο της: «ένα ατσάλινο τείχος συνολικού μήκους 42 χιλιομέτρων, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη εμποδίζει την εισροή παράνομων μεταναστών από την ευάλωτη “νοτιοανατολική αυλή” της» – όπως γράφει σήμερα η «Καθημερινή». Και σε εκείνο το άρθρο, ίσως το «παράνομοι μετανάστες» δεν θα αναφέρεται σε Σύρους και Αφγανούς, αλλά σε Έλληνες και Ισπανούς.

Διότι ίσως υπάρξει μία μέρα που δεν θα είναι ο Έβρος ο οποίος «θα δεχθεί και πάλι ισχυρή πίεση από δυστυχισμένους που θα αναζητούν στον ήλιο μοίρα και τότε τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα»- όπως γράφει σήμερα η «Καθημερινή». Ίσως να είναι κάποιο ποτάμι που θα χωρίζει την «υγιή Ευρώπη» από το αρρωστημένο νοτιοανατολικό της σκουπιδότοπο βιομηχανικών αποβλήτων.

Διότι ίσως υπάρξει μία μέρα που θα «οχυρωθούν τα θαλάσσια και χερσαία σύνορα» των χωρών του ιερατείου της Ε.Ε. τόσο αποτελεσματικά, ώστε να μη μπορεί να περάσει εντός τους ούτε ένα ζευγάρι φτηνά εργατικά χέρια από τη νοτιοανατολική αυλή της Ευρώπης. Επειδή αυτά τα χέρια θα είναι πολύτιμα μόνο για όσο είναι φτηνά. Όταν θα θελήσουν να γίνουν ελεύθερα θα έχει το δικαίωμα το κάθε Λιμενικό και η κάθε Αστυνομία του ιερατείου να τα πυροβολεί ή να τα πνίγει.

Διότι όταν δεν πολεμάς το Κακό αλλά τις επιπτώσεις του, τότε είναι πολύ πιθανόν να γίνεις στα ξαφνικά μία επίπτωση του Κακού για το οποίο αδιαφόρησες. Να γίνεις κι εσύ ένα ανώνυμο πτώμα στο βυθό κάποιας θάλασσας. Να γίνεις ένας ξύλινος και πρόχειρος σταυρός που θα έχει πάνω του μόνο κάποιον αριθμό, σε κάποιο άγνωστο βουνό.

Διότι όταν χτίζεις ένα φράχτη δεν είσαι εσύ που θα αποφασίσεις από ποια μεριά του φράχτη θα ζήσεις. Θα το αποφασίσει εκείνος που σ’ έβαλε να χτίσεις τον φράχτη. Εν ολίγοις, όταν αρχίζεις να χτίζεις φράχτες από δω κι από κει πρόσεξε μήπως τελικά χτίζεις τη φυλακή σου.

Για μια μεγάλη δημοκρατική, πατριωτική παράταξη;Όχι, ευχαριστώ!

 Του Χρήστου Λάσκου


                            


Όχι, ευχαριστώ!


Και εξηγούμαι, ξεκινώντας από τον πρώτο, τον τυπικό λόγο: σε ό,τι αφορά το ΣΥΡΙΖΑ, η συγκεκριμένη διατύπωση δεν αντιστοιχεί όχι στο γράμμα, αλλά, όπως κι αν μεθερμηνευτεί, ούτε στο πνεύμα των συνεδριακών του αποφάσεων. Σε καμία περίπτωση, απολύτως.

Αντίθετα, οι συνεδριακές διατυπώσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Είναι σαφείς και ευκρινείς όσο δεν παίρνει. Ο στόχος είναι η οικοδόμηση του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με όχημα το οποίο θα επιδιωχθούν οι κοινωνικές συμμαχίες που θα αποτελέσουν το θεμέλιο για την κυβέρνηση της Αριστεράς. Μια κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας, βεβαίως, που σημαίνει κυβέρνηση με κατεξοχήν έργο το σταμάτημα της κοινωνικής καταστροφής και την εκκίνηση της ανθρωπιστικής αποκατάστασης. Που σημαίνει, δηλαδή, σαφείς κοινωνικοταξικές προτεραιότητες και πολύ έντονη μεροληψία. Άρα, ξανά, κυβέρνηση της Αριστεράς και όχι δημοκρατικο-πατριωτική παράταξη. Με πρώτο το κριτήριο της κοινωνικής εκπροσώπησης των φτωχών, των εκμεταλλευόμενων, του κόσμου της εργασίας και, πάνω σε αυτό στηριγμένη, την κοινωνική συμμαχία με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται στην κρίση. Το «πατριώτης», άλλωστε, αδυνατώ να καταλάβω τι σημαίνει στην παρούσα συνθήκη.

Δεύτερον, καλέσματα του είδους αυτού –για μια μεγάλη δημοκρατική, πατριωτική παράταξη!- είναι προφανώς παρωχημένα. Δεν είμαστε ούτε στο ’40 και σε συνθήκες στρατιωτικής κατοχής, ούτε στο ’70, σε συνθήκες παπανδρεϊκής εκμετάλλευσης των αισθημάτων της εαμικής γενιάς. Είμαστε στο 2014 και έχουμε να αντιμετωπίσουμε όχι εθελόδουλους και κουίσλιγκς, αλλά καπιταλιστικά καθάρματα, που προκειμένου να σώσουν το τομάρι τους, δηλαδή τα κέρδη και τις ιδιοκτησίες τους, είναι αποφασισμένοι να εξοντώσουν και δυό και τρεις γενιές εργαζομένων. Το θέμα, λοιπόν, είναι η δημιουργία της μεγάλης «παράταξης» των ανέργων, των νέων χωρίς μέλλον, των γυναικών που δουλεύουν 12 ώρες και πληρώνονται, όταν πληρώνονται, για 4. Αυτό είναι το επίκαιρο αίτημα, που στρεβλώνεται και αποπροσανατολίζεται από τις πατριωτικές εγκλήσεις.

Τρίτον, αλλά όχι έσχατο, το κάλεσμα για μια μεγάλη δημοκρατική, πατριωτική παράταξη, παρότι νομίζουν οι χρήστες του, δεν είναι ούτε καν εκλογικά αποτελεσματικό. Καταρχήν γιατί είναι ασαφές και ολοκληρωτικά απροσδιόριστο: χωράει τους πάντες και δεν δεσμεύει κανέναν και για τίποτε. Μπορείς, θέλω να πω, να είσαι με την Ελλάδα –και με τη Νέα, μάλιστα- και όχι με τη Μέρκελ (!), αλλά να ξεζουμίζεις μια χαρά τις υπαλλήλους σου στο εμπορικό, μπορείς να δακρύζεις για τη «χώρα», αλλά να ξεσκίζεις μετανάστες στην εκμετάλλευση.

Αυτή η έγκληση δεν φτιάχνει τις σωστές, για την Αριστερά και τους εκμεταλλευόμενους, διαχωριστικές. Και γι’ αυτό, εκτός του ό,τι αφήνει τους δημοκράτες πατριώτες να ψηφίζουν «κεντροδεξιά» ή «κεντροαριστερά», κάνει και αδιάφορους στο μήνυμα όλους όσους κατεξοχήν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρουν με πρώτους τους άνεργους. Ενώ η εκλογική δυναμική, ακόμη και με όρους ρεάλ πολιτίκ, εδώ είναι που παίζεται.

Θέλουμε κυβέρνηση της Αριστεράς; Ας τα δώσουμε όλα για να πείσουμε το 80% των ανέργων και άλλο τόσο των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα να μας ενισχύσουν. Ας τους πείσουμε πόσο πολλά μπορεί να κάνει η κυβέρνηση της Αριστεράς γι’ αυτούς μαζί τους.

Έτσι και μόνο έτσι μπορεί η ριζοσπαστική Αριστερά να νικήσει. Και είναι τόσο προφανές που απορώ γιατί χρειάζεται διαρκώς να επανερχόμαστε. Πολύ περισσότερο, που το υπογραμμίζουν δεόντως και οι συνεδριακές μας αποφάσεις.
http://alterthess.gr/
 

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές. Τρία καθοριστικά διλήμματα και οι πιθανές απαντήσεις τους, του Χριστόφορου Βερναρδάκη

Υπάρχουν τρία μεγάλα διλήμματα που απασχολούν τον ΣΥΡΙΖΑ, από τη συγκρότηση του εναίου κόμματος εδώ και ένα χρόνο έως και σήμερα, λίγες ημέρες μετά το τεστ των ευρωεκλογών και των δημοτικών/περιφερειακών εκλογών. Θα προσπαθήσω να τα απαντήσω όσο το δυνατόν πιο καθαρά. Δεν ξεκινώ κατ’ανάγκην από το σημαντικότερο,
υπογραμμίζω όμως ότι και τα τρία έχουν μεγάλη μεταξύ τους συσχέτιση και αλληλεξάρτηση.


    


Δίλημμα Νο 1:
Επιασε ο ΣΥΡΙΖΑ «ταβάνι» στην ευρωεκλογές ή όχι;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι εξόχως κρίσιμη, γιατί συνεπάγεται μια αντίστοιχη εκλογική στρατηγική (βεβαίως, πολλές φορές η «απάντηση» προϋπάρχει και «χρησιμοποιεί» τα στοιχεία κατά το δοκούν. 
Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).Αν κάποιος απαντήσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπιασε «ταβάνι» μπορεί να δικαιολογήσει εύκολα μια στρατηγική «προσέλκυσης» μετριοπαθών ψηφοφόρων, επομένως μια προγραμματική μετακίνηση προς το «ρεαλισμό». Αν συμβεί αυτό τότε διαμορφώνεται μια οιονεί ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενης συναίνεσης με το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Αυτή η αλυσίδα σκεπτικού αποτελεί σήμερα την κεντρική ερμηνευτική και πολιτική διαχείριση του εκλογικού αποτελέσματος που προβάλλει τo «σύστημα διακυβέρνησης».

Κεντρική στρατηγική του είναι να «σύρει» τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια τυπικά εκλογικίστικη στρατηγική, και εφόσον το καταφέρει, να εκμεταλλευτεί τις επιπτώσεις που θα έχει κάτι τέτοιο στο πρόγραμμα, την ιδεολογία και τη δομή του κόμματος προς όφελός του.

Το «σύστημα διακυβέρνησης» γνωρίζει κάτι που πολλές φορές και στο εσωτερικό ακόμα του ΣΥΡΙΖΑ υποτιμάται, ή
αγνοείται. Η εκλογική έκρηξη του ΣΥΡΙΖΑ το 2012 και η σταθεροποίησή του το 2014 δεν συνέβη γιατί το κόμμα «μετακινήθηκε» προς κάποιο δυνητικό «κέντρο», αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: 
Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να αναδειχτεί σε κυρίαρχο κόμμα όχι γιατί «μετακινήθηκε» προς το κέντρο, αλλά γιατί, αντίθετα, με την ριζοσπαστική του δύναμη κατάφερε να «μετακινήσει» το ίδιο το κέντρο προς τα αριστερά.

Επιβάλλεται λοιπόν για το σύστημα να πιέσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ακριβώς αντίστροφη κίνηση. Να μετακινηθεί ο ίδιος προς το «κέντρο», γιατί αν δεν γίνει αυτό θα μετακινείται το
«κέντρο» όλο και πιο αριστερά και το συγκρότημα εξουσίας θα χάνει και κοινωνικές προσβάσεις, αλλά και παραδοσιακές «τάξεις-στηρίγματα» που πάντοτε διέθετε (μεσαοστικά και μικροαστικά στρώματα).

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να έχει στις σημερινές συνθήκες μια επιτυχημένη εκλογική και νικηφόρα στρατηγική οφείλει να
κάνει το αντίθετο από αυτό που «σκέφτονται» οι οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος. Καταρχήν πρέπει να γνωρίζει ότι το εύρος της εκλογικής του επιρροής βρίσκεται σήμερα, ακόμα, σε τροχιά ανόδου. Δεν έπιασε δηλαδή «ταβάνι».
Οι ευρωεκλογές έδειξαν, πρώτον, τη σταθεροποίηση σε
υψηλά ποσοστά της εκλογικής του δύναμης και, δεύτερον, τη σταθεροποίηση και εμβάθυνση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της ψήφου του. 
Και μάλιστα σε τύπο εκλογών β’τάξεως, δηλαδή σε εκλογές χωρίς διακύβευμα κυβέρνησης.
Επομένως, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να σταθεροποιήσει και να εμβαθύνει την εκλογική γεωγραφία που σήμερα καταγράφει, και η οποία είναι μια εκλογική συμμαχία των μισθωτών και άνεργων στρωμάτων με τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα που έχουν φτωχοποιηθεί. 
Είναι πολύ πιο εύκολο για τον ΣΥΡΙΖΑ να διευρύνει αυτήν την εκλογική κοινωνική συμμαχία και να της δώσει σαφές προγραμματικό και ιδεολογικό στίγμα, γιατί ξεκινά από θέση
μεγάλης υπεροχής. Αντίθετα, με δεδομένες τις συνθήκες της έντονης ταξικής και ιδεολογικής πόλωσης που επικρατούν σήμερα στη χώρα, είναι εντελώς αδύνατον να αποκτήσει αξιόλογα εκλογικά ακροατήρια στα αστικά στρώματα, και πολύ δύσκολο να διευρύνει θεαματικά τις προσβάσεις του στα μεσοαστικά στρώματα. 
Επομένως, ο τρόπος για να κερδίσει τις εκλογές και
να αυξήσει την εκλογική του δύναμη είναι να ενισχύσει τα ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά του χαρακτηριστικά και να τα μορφοποιήσει σε ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα ανατροπής υπέρ των λαϊκών τάξεων.

Το συμπέρασμα των ευρωεκλογών είναι κατά τη γνώμη μου καθαρό.
Δεδομένου ότι οι οικονομικές – κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησε το Μνημόνιο όχι μόνο δεν έχουν αλλάξει προς το καλύτερο αλλά έχουν επιταθεί, η δέουσα στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να κερδίσει τη μεγάλη πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία δεν είναι να «κινηθεί» προς το «κέντρο», αλλά αντίθετα να παραμείνει προσηλωμένος στο πολιτικό του σχέδιο για μια μεγάλη ανατροπή των δεδομένων και να
λειτουργήσει ως «κόμμα-μαγνήτης», ριζοσπαστικοποιώντας «κεντρώες» ή «κεντροαριστερές» ομάδες. 
Να μετακινήσει δηλαδή ολόκληρο το κέντρο βάρους του κομματικού συστήματος προς τα αριστερά, με άξονα ένα «καθαρό»πρόγραμμα, ταυτόχρονα, ανατρεπτικό και εφικτό.

Δίλημμα
Νο 2: 

 Τι είναι όμως πιο συγκεκριμένα αυτό το «πρόγραμμα»; Πώς μπορεί να υπάρξει αυτή η σύνθεση «ανατρεπτικότητας» και «εφικτότητας» στις σημερινές συνθήκες;
Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να υπάρξει μια σοβαρή υπέρβαση του διλήμματος που ταλανίζει το σύνολο της Αριστεράς, προφανώς και τον ΣΥΡΙΖΑ: χρειάζεται κυβερνητικό πρόγραμμα, ναι ή όχι, και αν ναι τι είδους πρόγραμμα είναι αυτό, αν όχι με τι μπορεί να αντικατασταθεί; Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, και γενικότερα
στην κουλτούρα της Αριστεράς, συγκροτούνται πάνω στο ζήτημα αυτό –προφανώς με παραλλαγές και «πολυφωνίες»– δύο γενικές κουλτούρες.

Η πρώτη θεωρεί ότι το «πρόγραμμα» εξ’ορισμού σχεδόν αποτελεί μια «τεχνοκρατική» και «κυβερνητικίστικη» αντίληψη. Κατ’αυτήν, πρόγραμμα είναι τα κοινωνικά και
κινηματικά αιτήματα, και κάθε άλλη προσέγγιση συνιστά «δεξιό ολίσθημα».
Η αντίληψη αυτή είναι αρχαϊκή. Τείνει να υποτιμά καταρχήν το ρόλο του κόμματος ως «συλλογικού διανοούμενου των μαζών». Το κόμμα δεν είναι ένας απλός «μεταφραστής» ή «διαμεσολαβητής» των επιμέρους κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτικό επίπεδο. Το κόμμα είναι ο οργανισμός που ενοποιείκαι ολοκληρώνει τα επιμέρους αιτήματα σε πολιτικό πρόγραμμα, δηλαδή εναρμονίζει τις επιμέρους στοχεύσεις, ιεραρχεί προτεραιότητες στο χρόνο και στο χώρο, δημιουργεί εναλλακτικούς δρόμους ώστε να φτάσει στην
υλοποίησή τους. Κι’αυτό γιατί «πρόγραμμα» σημαίνει ουσιαστικά διαδικασία συγκρότησης και εμβάθυνσης κοινωνικών συμμαχιών. Απαιτεί επομένως, συγκεκριμένες και «βαριές» ενδεχομένως γνώσεις για τις κοινωνικές
διαστρωματώσεις, συγκεκριμένες ιδέες, αποτελεσματικότητα στην υλοποίηση, κουλτούρα διαχείρισης εργαλείων, κατάλληλο στελεχιακό δυναμικό και πολλά άλλα.

Η δεύτερη κουλτούρα εμφορείται θα έλεγε κανείς από την ακριβώς αντίθετη λογική. Το «πρόγραμμα» θεωρείται μεν απαραίτητο, αλλά εκλαμβάνεται ως ένα άθροισμα
«κοστολογημένων» και «ρεαλιστικών» μέτρων. 
Στην αντίληψη αυτή κινδυνεύει πολλές φορές να χαθεί το «μείζον» στρατηγικό διακύβευμα, ενώ η ανάγκη να ενσωματωθεί πλήρης και ισχυρή γνώση στη συγκρότηση του «προγράμματος» οδηγεί πολλές φορές στην υιοθέτηση μεθοδολογιών και ερωτημάτων του αντιπάλου. Στην ανάγκη να αναζητηθούν πρωτότυπες και έξυπνες λύσεις,
υποβιβάζεται ο ρόλος του κόμματος και των κοινωνικών αιτημάτων / κινημάτων, επειδή θεωρούνται «κλασικής» ή παραδοσιακής αντίληψης. 

Η δεύτερη αυτή κουλτούρα είναι εκ διαμέτρου φαινομενικά αντίθετη από την πρώτη, ωστόσο μοιάζει πολύ μαζί της. Το «πρόγραμμα» θεωρείται γραμμικό άθροισμα παρεμβάσεων ή στόχων. Δεν συνδέεται με το ζήτημα των κοινωνικών
συμμαχιών, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πρώτη κουλτούρα. Στην αντίληψη αυτή δεν είναι παρούσες οι κοινωνικές συμμαχίες, αλλά μόνον οι πολιτικές συμμαχίες, οι οποίες όμως εκτρέπονται εύκολα σε εκλογικισμό και τακτικισμό.

Σε ένα κόμμα όμως όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το πρόβλημα δεν είναι οι διαφορετικές κουλτούρες ή απόψεις. Το μεγάλο
πρόβλημα του «κόμματος» δεν είναι οι διαφορές, αλλά η «πολιτικοποίηση» των διαφορών. Η σαφής δηλαδή συναίσθηση και της συμφωνίας και της διαφωνίας, οι ακριβείς εννοιολογήσεις που πιθανόν υποκρύπτονται. 
Με άλλαλόγια, το πρόβλημα σήμερα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι άλλοι μεν συμφωνούν διαφωνώντας και άλλοι διαφωνούν συμφωνώντας. Αλλά σοβαρή σύνθεση και επομένως στρατηγική και τακτική δεν παράγεται υπό αυτές τις συνθήκες.

Ας διευκρινίσουμε λοιπόν ορισμένα απλά ζητήματα, με την ελπίδα να αναπροσαρμοστεί η συζήτηση. «Πρόγραμμα»
δεν υπάρχει χωρίς την υλική δράση των μαζών. Επομένως τα κοινωνικά αιτήματα είναι παρόντα και οι κοινωνικές δυναμικές απαραίτητες. 

«Πρόγραμμα» δεν είναι ένα άθροισμα παρεμβάσεων και προτάσεων, πρόγραμμα είναι η υλική αποτύπωση των κοινωνικών συμμαχιών που εκφράζει ένα κόμμα.
Χωρίς αυτή τη άμεση σχέση πολύ απλά είτε δεν υπάρχει οργανισμός είτε μεταβάλλεται σε ένα άμορφο σχήμα. Π.χ. δεν είναι δυνατόν μια Κυβέρνηση της Αριστεράς (που στηρίζεται στην κοινωνική συμμαχία των λαϊκών και
μεσαίων τάξεων)
να μην «κόψει το λαιμό» της για να αυξήσει τον κατώτατο μισθό και την κατώτατη σύνταξη, ανεξαρτήτως αν είναι «κοστολογημένο» ή όχι και ανεξαρτήτως αν θα έχει άλλου είδους κόστος ή όχι. Είναι άλλο πράγμα – και επιβάλλεται – να βρεις μεθοδολογικά και γνωστικά εργαλεία ώστε να μπορείς να εφαρμόζεις καλύτερα τις πολιτικές σου και άλλο πράγμα να μην τις εφαρμόζεις γιατί δεν βρήκες ακόμα τα κατάλληλα εργαλεία ή τις «συνθήκες».

Βεβαίως, επίσης, «πρόγραμμα» είναι
και μια συνεκτική δομή μέτρων και αποφάσεων, ιεραρχημένων ανάλογα με τις
κοινωνικές ανάγκες και «απλωμένων» στο χρόνο, ανάλογα με τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής τους. 
Το συμπέρασμα είναι σχετικά απλό. Το κυβερνητικό
«πρόγραμμα» του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει δύο στοιχεία, άρρηκτα όμως μεταξύ τους: ανατρεπτικότητα και εφικτότητα, εφικτότητα και ανατρεπτικότητα.
Οχι το ένα χωρίς το άλλο. Δεν μπορείς να έχεις ανατρεπτικότητα χωρίς εφικτότητα (διότι δεν θα απαντάς στις κοινωνικές σου δυνάμεις και στα άμεσα προβλήματά τους, άρα θα καταρρεύσεις), αλλά, επίσης, δεν μπορείς
να έχεις εφικτότητα χωρίς ανατρεπτικότητα (διότι τότε καθίστασαι ένας «διαχειριστής», ένας φορέας άνευ χρησιμότητας για τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπείς).

Δίλημμα Νο 3: 

Και τι θα γίνει με την ανάγκη διαμόρφωσης «πολιτικών συμμαχιών»;Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να πορευτεί «μόνος του» στο κομματικό σύστημα; Δεν έχει αυτονόητα ανάγκη από πολιτικές συμμαχίες;
Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα αυτό απαντάται με δύο τρόπους, ή καλύτερα με δύο παραλλαγές. Η πρώτη
παραλλαγή είναι η «στενότερη». Κατ’αυτήν χρειάζεται μια πολιτική συμμαχία, ένα «μέτωπο» των κομμάτων της Αριστεράς, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η δεύτερη παραλλαγή είναι η «πλατύτερη».
Κατ’αυτήν χρειάζεται μια συμπόρευση που ξεκινά από την «αριστερή σοσιαλδημοκρατία» και φτάνει μέχρι την άκρα αριστερά. Φαινομενικώς η διαφορά τους είναι διαφορά εύρους. Ωστόσο και στις δύο παραλλαγές έχω τη γνώμη ότι γίνονται σημαντικές «αφαιρέσεις».

Η πρώτη προσέγγιση αυτήείναι μεν θεωρητικώς σωστή, αλλά πρακτικώς ανέφικτη και αναποτελεσματική. Είναι σωστή η ιδέα μιας συμπόρευσης της αριστεράς, όμως η υλική πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Το ΚΚΕ ως ηγετική ομάδα και ως ιστορική γραφειοκρατία, για λόγους που δεν είναι της ώρας αλλά που κάποτε πρέπει να συζητηθούν πολύ σοβαρά, αποτελεί οργανικό τμήμα του
πολιτικού συστήματος. Συνειδητά και συνεκτικά αφίσταται κάθε ιδέας και κάθε δράσης μετωπικής ρήξης με το σύστημα. Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι σαφώς πολύ πιο σύμμαχες δυνάμεις, αλλά ακόμα – δυστυχώς – ισχνές στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Επομένως, η παραλλαγή αυτή δεν απαντά
εμπράκτως στην ανάγκη πολιτικών συμμαχιών.
Η δεύτερη παραλλαγή είναι σαφώς πιο «κοντά» στην πραγματικότητα των υλικών πολιτικών συσχετισμών,
όμως απαντά στο πρόβλημα πολλές φορές με όρους «τακτικής». 
 Εϊναι προφανής, π.χ, η ανάγκη πολιτικής συμμαχίας με την «αριστερή σοσιαλδημοκρατία», όμως όρος για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο το ρήγμα στο εσωτερικό της ευρύτερης «σοσιαλδημοκρατίας» ή της «κεντροαριστεράς». Να διαχωρίζεται δηλαδή η
«αριστερή σοσιαλδημοκρατία» από την καθεστωτική πολιτική ελίτ και από τη σοσιαλφιλελεύθερη ηγεσία. 
Και ο τρόπος για να βαθαίνει το ρήγμα δεν είναι τόσο μια κεντρική πολιτική συμπόρευση κάποιων προσώπων με τον
ΣΥΡΙΖΑ (χρήσιμο οπωσδήποτε, αλλά όχι αρκετό) όσο η συγκρότηση της «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας» σε ένα διακριτό πολιτικό χώρο που θα λειτουργεί συμμαχικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και θα λειτουργεί αποτρεπτικά στις απόπειρες συγκρότησης ή ενοποίησης ή ανασύνταξης του χώρου αυτού. Το ίδιο πράγμα θα έπρεπε ο ΣΥΡΙΖΑ να «πριμοδοτήσει» ακόμα και στο χώρο της «κεντροδεξιάς». Να υποβοηθήσει δηλαδή τη συγκρότηση «σχημάτων» που θα αφαιρούν πολιτική και κομματική νομιμοποίηση από τη ΝΔ και την ακροδεξιά και θα αποτελούν δυνητικούς συμμάχους, έστω και «μιας χρήσης» (π.χ. στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων ή στην αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παραλιών ή του νερού, κλπ).

Ας θυμηθούμε ότι το «σύστημα» τέσσερα χρόνια τώρα «φυτεύει» πολιτικά κόμματα «δεξιά» και «αριστερά»,
μόνο και μόνο για να αφαιρέσει «αέρα» από τον ΣΥΡΙΖΑ και να αυξάνει την πολιτική του «απομόνωση». 

Εχει έρθει η ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ να τους «γυρίσει» το παιχνίδι.

Ομως, ας μην το ξεχνάμε στιγμή: των πολιτικών συμμαχιών προηγούνται πάντοτε οι κοινωνικές συμμαχίες.
Και εκεί η ένταση της δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή τη στιγμή απολύτως επείγουσα.

Φωτογραφία: Άγγελος Καλοδούκας

Πιο δεξιά, πιο δεξιά, πιο δεξιά

Οι νέες συγκλονιστικές αποκαλύψεις του Πακιστανολιάκου απο το ελληνικό κοινοβούλιο ανάγκασαν τη χώρα να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα από όλους: Να πέσει από τα σύννεφα.

Σε κάποια φάση, ο αρχηγός του ντόπιου ναζισμού ανακοινώνει πως στα κινητά τηλέφωνα που του κατάσχεσε η Αντιτρομοκρατική υπάρχουν...
κλήσεις από τον διευθυντή του γραφείου Τύπου του Σαμαρά Γιώργο Μουρούτη. 
Από την πλευρά της ακροδεξιάς κυβέρνησης δεν υπήρξε καμία σοβαρή απάντηση, όπως ακριβώς έγινε και μετά τη δημοσιοποιήση της κουβέντας Μπαλτάκου - Κασιδιάρη. Το μόνο που αρκέστηκε να πει ο Μουρούτης ήταν πως δεν έχει συναντηθεί ποτέ του με τον Μιχαλολιάκο.

Αυτή η απάντηση μπορεί να γίνει δεκτή μόνο απο πανηλίθια δίποδα όντα με μηδενικό πνευματικό επίπεδο, δηλαδή τουλάχιστον το 80% των Ελλήνων πολιτών. Ο α λέει πως μέσα στο κινητό μου υπάρχουν κλήσεις από τον β και η επίσημη απάντηση του β είναι πως δεν έχω συναντηθεί ποτέ μου με τον α. Γεια σου μπάρμπα, κουκιά σπέρνω. Μεταξύ μας τώρα, καλά κάνει ο Μουρούτης. Πρώτον, γιατί δεν νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί για τις κλήσεις προς τον Πακιστανολιάκο και δεύτερον γιατί γνωρίζει ότι όσοι ψηφίζουν το κόμμα του Σαμαρά είναι πρόθυμοι να δεχτούν τα πάντα.


Μπορούν να δεχτούν τις συνομιλίες Σαμαρά με το Θεο, μπορούν να δεχτούν το success story, μπορούν να δεχτούν την ανάπτυξη, μπορούν να δεχτούν το ολοκληρωτικό ξεπούλημα της χώρας, μπορούν να δεχτούν τα τεράστια ποσοστά ανεργίας, ανέχειας και φτώχειας. Στον Μουρούτη θα κολλήσουν; Πάντως, έχει μεγάλη πλάκα η πολιτική ζωή της χώρας. Όπως και να το δεις.

Το δεξί χερί (Μπαλτάκος) ενός ακροδεξιού τύπου σαν τον Σαμαρά μιλάει με μία τρομακτική οικειότητα με τον Κασιδιάρη. Το άλλο χέρι (Μουρούτης) παίρνει τηλέφωνα τον αρχηγό του ντόπιου ναζισμού. Ο αρχηγός της ελληνικής αστυνομίας προτρέπει τους μπάτσους να κάνουν το βίο αβίωτο στους μετανάστες. Τουλάχιστον οι μισοί μπάτσοι ψηφίζουν Χρυσή Αυγή και το Αιγαίο έχει γίνει ένα από τα μεγαλύτερα νεκροταφεία μεταναστών. Μέσα στην κυβέρνηση κάνουν κουμάντο οι ακροδεξιοί με τα αστεία ονόματα, αλλά σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αισιοδοξούμε γιατί πρώτη φορά κέρδισε η Αριστερά.

Τόσο Αριστερά είχαμε να δούμε από τη Χούντα...
http://greki-gr.blogspot.gr/

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Μαφία

ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ


Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κλείσει όλους αυτούς φυλακή, θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη κοροϊδία και πολιτική εξαπάτηση απέναντι στο λαό. Πρέπει να το εξαγγείλει και όταν πάρει τη λαϊκή εντολή να το εκτελέσει. Αν δεν κάνει το πρώτο σημαίνει πως όντως δε θέλει να κυβερνήσει, αν αμελήσει το δεύτερο τότε θα είναι συνεργός σε όλα τα εγκλήματα.









Αφαιρέστε από τη λέξη μαφία κάθε μεταφορική έννοια. Κάθε υπόνοια ότι μπορεί να χρησιμοποιείται καθ' υπερβολή ή καταχρηστικά. Τότε είσαστε μέσα. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, αυτή η δυσωδία που αναδύεται από τη Βουλή και φτάνει ως το Μέγαρο, όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναπαύεται όταν δεν υπογράφει αντισυνταγματικές διατάξεις, είναι η μπόχα της δράσης κανονικής μαφίας.

Λίγες μέρες μετά τις εκλογές, όπου οι κυβερνώντες εμφανίστηκαν για μια ακόμη φορά ως εγγυητές της ευρωπαϊκής δημοκρατικής ομαλότητας, η Βουλή έγινε πλυντήριο για ύποπτους με μπλε και πράσινους κόκκους. Υπουργοί, βουλευτές, παρατρεχάμενοι, όλοι αυτοί για τους οποίους υπήρχε η πιθανότητα να βρεθούν απέναντι στη Δικαιοσύνη για πιθανά εγκλήματα που διέπραξαν απέναντι στους πολίτες, ξεπλύθηκαν.

Με μια μαφιόζικη μέθοδο έκλεισαν τη Βουλή 10 μέρες πριν το κανονικό κλείσμό της. Δεν περίμεναν ούτε να φτάσει η Παρασκευή για να την κλείσουν. Την έκλεισαν μεσοβδόμαδα και κρυφά, ενώ λίγα λεπτά πριν ο προεδρεύων στο Σώμα είχε διακόψει τη συνεδρίαση για να συνεχίσει όπως δήλωσε, το επόμενο πρωί κανονικά. Το αποτέλεσμα είναι ένα: όλα τα αδικήματα τα οποία έχουν διαπράξει υπουργοί κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Παπαδήμου, παραγράφονται. Δηλαδή όσα αφορούν τα μνημόνια, τη Λίστα Λαγκάρντ, τις αποφάσεις για τις Τράπεζες, τα υποβρύχια και βέβαια όσα σχετίζονται με μηνύσεις πολιτών κατά υπουργών. Χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος που το 2009 είχε χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση Καραμανλή για να παραγραφούν αδικήματα που σχετίζονταν με το Βατοπέδι, τη SIEMENS, τον υπουργό Ναυτιλίας Παυλίδη και τον πιθανό χρηματισμό του, την ενοικίαση πυροσβεστικών ελικοπτέρων σε τιμές πολλαπλάσιες των πραγματικών.

Πέρα όμως από τις παραγραφές, η διακοπή λειτουργίας της Βουλής, πρόσφερε και διέξοδο στην Κυβέρνηση, αφού στην Ολομέλεια της Βουλής έπρεπε να μπουν τρεις δικογραφίες που ήταν πολύ αποκαλυπτικές.
Πρώτη δικογραφία ήταν αυτή εναντίον του Κασιδιάρη για την υπόθεση της καταγραφής της αποκαλυτπικής του συζήτησης με τον Μπαλτάκο. Αν η δικογραφία έμπαινε προς συζήτηση, ο Κασιδιάρης είναι βέβαιο πως θα έμπαινε εκ των πραγμάτων στη διαδικασία περιγραφής λεπτομερειών όσων έγιναν, αλλά και των επαφών με άλλα στελέχη της ΝΔ. Ήταν επίσης πολύ πιθανό να αξιοποιηθούν και άλλα αποδεικτικά βίντεο. Μια γεύση άλλωστε έδωσε ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος,ο οποίος κατηγόρησε την ίδια μέρα από το βήμα της Βουλής τον διευθυντή του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Γ. Μουρούτη πως συνομιλούσε μαζί του χωρίς να διαψευσθεί. Η επικίνδυνη δικογραφία μεταφέρεται για συζήτηση τον Σεπτέμβριο και έτσι δεν φέρνει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση και την ατζέντα του μετασχηματισμού.

Η δεύτερη καυτή δικογραφία είναι αυτή για το χρηματισμό του Γιάννη Μιχελάκη. Τη δικογραφία αποκάλυψε το HOT DOC. Αποκαλύφθηκε επίσης πως ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χαράλαμπος Αθανασίου, κρατούσε στα συρτάρια του τη δικογραφία αντί να τη διαβιβάσει στη Βουλή. Η κυβέρνηση δεν απάντησε ποτέ επίσημα, αλλά ο Γιάννης Μιχελάκης διέρρεε πως όλα είναι ψέματα. Είχε το θράσος μάλιστα να μηνύσει το HOT DOC και μένα, κάνοντας έτσι το μοιραίο λάθος. Η μήνυση που έκανε μας πρόσφερε το δικαίωμα να πάρουμε τη δικογραφία έχοντας πλέον έννομο συμφέρον. Η δικογραφία είναι αποκαλυπτική. Όπως μπορείτε να διαβάσετε στο ρεπορτάζ, τον Μιχελάκη καίνε σημειώσεις που τον εμφανίζουν να παίρνει 7.000 ευρώ για να καταθέσει ερώτηση υπέρ του Πάλλη στη Βουλή, η κατάθεση του ανθρώπου που τον πλήρωσε αλλά και τα χειρόγραφα του Πάλλη. Στο αρχείο Πάλλη βρέθηκε χειρόγραφο το οποίο είναι όσα υπαγορεύει στον Μιχελάκη να ρωτήσει στη Βουλή. Αν η Βουλή δεν έκλεινε, η δικογραφία έπρεπε να συζητηθεί στην Ολομέλεια αφήνοντας έκθετη και την κυβέρνηση και τον Μιχελάκη.

Η τρίτη δικογραφία αφορά τον Άδωνι Γεωργιάδη και την αγορά σπιτιού. Πολίτης έχει μηνύσει τον Γεωργιάδη, παραθέτοντας στοιχεία που δείχνουν ότι έχει κάνει ψευδές «πόθεν έσχες» σε σχέση με την πραγματική αξία του σπιτιού.
Το κλείσιμο της Βουλής λοιπόν, είναι λυτρωτικό για την κυβέρνηση αλλά αποδεικνύει πως ένα κομμάτι της σκέφτεται και λειτουργεί όπως η μαφία. Κάνει εκκαθαρίσεις, ξεπλένει και αν χρειαστεί τσιμεντώνει τη Δημοκρατία που είναι φλύαρη.
Πίσω από αυτή τη μαφιόζικη λειτουργία, υπάρχει η λειτουργία των παρακρατικών μηχανισμών αλλά και βρώμικη συναλλαγή. Αποδεικτικό στοιχείο είναι αυτό το οποίο απ ό,τι φαίνεται ξέφυγε από το στόμα του Νίκου Μιχαλολιάκου κατά την τοποθέτηση του στη Βουλή. Ενώ η Βουλή ήταν κανονικά σε λειτουργία και δεν υπήρχε καμία υποψία για κλείσιμο, ο Μιχαλολιάκος κατηγόρησε την κυβέρνηση πως δεν φέρνει στη Βουλή για συζήτηση το θέμα Κασιδιάρη-Μπαλτάκου αλλά αντιθέτως την κλείνει και το πάει για Σεπτέμβριο. Το προεδρικό διάταγμα για το κλείσιμο δεν είχε καν υπογραφεί, ο προεδρεύων στη Βουλή διακόπτει τη συνεδρίαση για να συνεχίσει κανονικά την άλλη μέρα, οι βουλευτές δεν γνωρίζουν το παραμικρό, αλλά ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής ξέρει τι θα γίνει. Πώς το ξέρει αν δεν έχει ενημερωθεί γι αυτό από όποιον το προγραμματίζει;

Δύο μόλις μέρες πριν, στην Αθήνα, είχε συλληφθεί ο φερόμενος ως εγκέφαλος του παραδικαστικού κυκλώματος, ο οποίος φέρεται να συνεργαζόταν με πολιτικούς, δικαστές και μεγαλοδικηγόρους, αλλά η Εισαγγελία Εφετών προκλητικά δεν δημοσιοποιεί τα στοιχεία του παρότι έχει 12 εντάλματα σύλληψης, ώστε να βοηθηθεί η ανάκριση.
Είναι ξεκάθαρο πως η διαπλοκή και το σύστημα αυτοπροστασίας της διαφθοράς έχει ξεφύγει από τον κλεφτοπόλεμο που το θέλει να περνάει καμιά ρουσφετολογική τροπολογία στη Βουλή και επιτίθεται στη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και τη λογική.

Και βέβαια έχει εξασφαλίσει την απαραίτητη ομερτά από το κομμάτι της που λέγεται Τύπος.


http://www.koutipandoras.gr/

Η νέα αφίσα των Αναρχικών

Liked · 59 mins 
 


Η νέα αφίσα των Αναρχικών για την Κοινωνική Απελευθέρωση

               https://aka.espiv.net/
      

Ξεκίνησε η επανάσταση! Οι πρώτες τουφεκιές του κώλου έπεσαν στη μαρτυρική Μύκονο - ΒΙΝΤΕΟ

         

Σχόλιο ΛΦ: Ποιά κρίση; Ποιό μέλλον; Όλα καλά και ανθηρά στην Ελλάδα της λοβοτομής. Όσο η νεολαία δεν ξεσηκώνεται, τόσο χειρότερο για αυτήν.

Πρωτοστάτισσα στους αγώνες για άλλη μια φορά η επαναστατική μαρτυρική Μύκονος όπου οι φοιτητές βαθιά ανήσυχοι για το μέλλον το δικό τους και της πατρίδας τους ξεκίνησαν την επανάσταση ενάντια στις δυνάμεις κατοχής της χώρας και τους εδώ αντιπροσώπους τους.
Αναφέρει συγκεκριμένα το Mykonos livetv:
Λίγο πριν την εξεταστική περίοδο του Ιουνίου, φοιτητές από διαφορετικές σχολές και πανεπιστήμια της χώρας κάνουν «απόβαση» στην Μύκονο και ξεφαντώνουν όλο το 24ωρο! Την ημέρα το πρόγραμμα περιλαμβάνει μπάνιο και ξέφρενο πάρτυ στις παραλίες του νησιού, ενώ το βράδυ βόλτες στα διάσημα Ματογιάννια και clubbing μέχρι τελικής πτώσεως! Τα μάτια των αρρένων ήταν στραμμένα στα κορίτσια που φορούσαν μαγιώ και λικνίζαν ρυθμικά το κορμί τους πάνω στο μπαρ ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο την θερμοκρασία. Την ίδια ώρα, τα κοκταίηλ και τα σφηνάκια έδιναν και έπαιρναν, όπως και τα μπουγελώματα που έφερναν πιο κοντά φοιτητές και φοιτήτριες, αφού ήταν ένας τρόπος για να τις πλησιάσουν και να τις φλερτάρουν!
Μάχη μέχρι τελικής πτώσεως και τα μάτια στραμμένα στον εχθρό.


                  

Freepen.gr

κλείστε την ένταση από το rhesusgr στη κάτω μεριά της σελίδας
                      

Είναι αργά για δάκρυα, Νεοδημοκράτη συνταξιούχε!




                             

Λίγες μέρες πέρασαν, από τις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου, και το πρώτο "χαρμόσυνο" νέο για τους συνταξιούχους ήρθε......Σταματάει η καταβολή του ΕΚΑΣ, σε συνταξιούχος κάτω των 65 ετών. Είσαι 60, 61 ετών;; Σου λείπουν 100€;; βγες για μεροκάματο!


Μία εβδομάδα πέρασε από τις εκλογές, όπου ο Σαμαράς με κάποιο μαγικό τρόπο κέρδισε όντας δεύτερος, και το δεύτερο "χαρμόσυνο" νέο για τους συνταξιούχους έπεσε σαν κεραμύδα......Μείωση περίπου 6% στις επικουρικές συντάξεις. Από αυτές που δεν θα κοβόταν ούτε ευρώ, αλλά θα τις αύξανε σταδιακά ο Σαμαράς προεκλογικά!



Απευθύνομαι στους συνταξιούχος που ψήφισαν ΝΔ, όχι σε όλους.. Οι περισσότεροι αυτή τη φορά δεν ψήφισαν ΝΔ, και ΠΑΣΟΚ, αν και στην κατηγορία τους του έδωσα ποσοστά κοντά στο 40% (πολύ λιγότερο από τις εκλογές του 2012)


* Το 2012, Νεοδημοκράτη συνταξιούχε με πήρες στον λαιμό σου, γιατί δεν σου είχε κοπεί η σύνταξη, θα σου κοβόταν τα δώρα, αλλά δεν πήγαινε αλλού το χέρι σου! 
ΣΕ ΣΥΓΧΩΡΕΣΑ....ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ
Το 2014, τα δώρα είχαν κοπεί, οι συντάξεις είχαν κοπεί, αλλά όταν σε συνάντησα προεκλογικά, αν και στην τράπεζα είχες μόλις 5-6, φοβόσουν τον Γλέζο που θα έπαιρνε από τις καταθέσεις κάποιων άλλων που έχουν 100 χιλιαρικάκια!

Τελικά, στην κάλπη, την έκανες την κουτουράδα σου, και αγνόησες, ότι έλεγε όλη η αντιπολίτευση (το ινερνετ δεν το ξέρεις, ή είναι του "διαβόλου) περί επερχόμενων περικοπών στις συντάξεις (τα κανάλια της διαπλοκής, αναγκάστηκαν προεκλογικά και στο έδειξαν).....


ΨΗΦΙΣΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΝΔ!



ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΜΟΥ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙΚΤΟΣ ΓΙΑ ΣΕΝΑ!


ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΔΟΥΜΕ.......

Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων


(Βασίλης Ραφαηλίδης* - 1987). ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!!!


                        

ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυ­μα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιό­τητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.

Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει» την «κα­θαρότητα)) του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέ­λη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυ­τή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες. Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες.

ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής.
’Αλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, τα­γμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους. Και ωστόσο, δεν έλει­ψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άν­θρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ” ένα οιονεί αναπαρα­γωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακρι­βώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια κα­θαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.

Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ” τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες». Που σημαίνει «άνθρωποι που φρο­νούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.

Ο ρατσισμός, λοιπόν, είναι φασισμός. Και ο φασισμός είναι πρωτογονισμός, ακριβώς γιατί είναι ρατσισμός. Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνία­τροι και οι κρετίνοι. Κάθε «εθνικόφρων» λοιπόν κρύβει μέσα του ένα φασίστα. Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυ­χαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρού­με προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικόταταη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο. Διότι υπάρχει και μια… αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο­γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυ­νη. (Ανάμεσα σε δύο ηλίθιους θα διάλεγα τον αριστερό ηλίθιο απ” τον οποίο κινδυνεύω λιγότερο, παρότι η ηλιθιότητα καθαυτή είναι έτσι κι αλλιώς επικίνδυνη. Και για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονίσουμε πως η ηλιθιότητα είναι ιδιότητα υπαρξιακή και υπερκομματική. Κι αλίμονο στον έξυπνο αριστερό που θα συγκρουστεί με βλάκα αριστερό. Είναι από χέρι χαμένος, γιατί η βλακεία έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη, όπως ακριβώς και η πίστη).

ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γε­νάρχη. Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικο­γένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοι­νό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.

Με τους αιώνες, η αιματοσυγγένεια, με τις συνεχείς επιμειξίες, έπαιζε ολοένα και μικρότερο ρόλο, ενώ αν­τίθετα τα πολιτιστικά δεδομένα, που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο στάδιο της αιματοσυγγένειας, διατη­ρήθηκαν και αναπτύχθηκαν, για να αποτελέσουν στη συνέχεια, αυτά και μόνο, τα ειδικά χαρακτηριστικά μι­ας εθνότητας. Μ” άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλει­στικά πολιτιστική. Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμέ­νο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ” τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η καλπαστική ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.

Για να περιοριστούμε στον κινηματογράφο και μόνο, σήμερα γνωρίζουμε τόσο καλά τα αμερικανικά ήθη εξαιτίας της πληθώρας των αμερικάνικων ταινιών που έχουμε δει, όσο δε γνωρίζουμε τα εγχώρια ήθη. Ο πο­λιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια πραγματικότητα. Αλ­λά προσωπικά δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σ” αυτή τη μορφή ιμπεριαλισμού, που ωστόσο ακολουθεί, όπως η ουρά το κεφάλι, τον κυρίως ειπείν ιμπεριαλισμό (τον οικονομικό). Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οι­κονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγου­μένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μό­νο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές.

Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέ­σα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πο­λιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους αν­θρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου. Οι πολιτισμοί, άλλωστε, δεν είναι για να φυλακίζονται στα μουσεία, αλλά για να κυκλοφο­ρούν, να ενοποιούνται και να δημιουργούν τη χωρίς σύ­νορα πανανθρώπινη κοινωνία. Το τι είδους κοινωνικό καθεστώς θα έχει αυτή η υπερεθνική κοινωνία του άμεσου μέλλοντος είναι ένα άλλο ζήτημα, που ξεπερνάει τα όρια αρμοδιότητας της επιστήμης της Εθνολογίας και μετατίθεται στην περιοχή της αρμοδιότητας των επιστημών της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Οικο­νομίας.
ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτι­στικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθα­ρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες. Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η αν­θρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.

Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονο­μικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα. (Ακόμα και στην πατρική οικογένεια δεν είναι δυνατό να υπάρξει ενότητα αν τη συνοχή της τη διαβρώνουν παράγοντες οικονομικής τά­ξεως. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εμφατική επισήμανση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα στα πάντα. Και είναι κωμικό να τον αμφισβητούν άνθρωποι που ολόκληρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρηματοκιβώτιο, και κα μιά φορά γύρω από μια και μοναδική λίρα ή από έναν κηπάκο ευτελούς αξίας.).

Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ” την πάντα δρώσα επι­καιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα. Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπο­ρεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος». Πώς θα ήταν δυνατό να οριστούν με σαφή­νεια τα συναισθήματα; Η έκφραση, για παράδειγμα, «αγαπώ την Ελλάδα» (νοούμενη ως έθνος) δεν έχει με­γαλύτερη αξία από την έκφραση «αγαπώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφράσεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες λο­γικά, γιατί είναι το ίδιο συναισθηματικές.

Και. επειδή κάτι πρέπει ν” αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυ­ναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν” αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσι­ος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός αν­θρωποφάγος. Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρό­τητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ” αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.

Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριο­λεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται απ» το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυ­ρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστι­κού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού. Τίποτε δεν είναι πιο υπαρκτό, πιο βασανιστικό και πιο καταπιεστικό απ” το σύγχρονο κράτος, σ” όλες του τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, κράτος είναι οι νόμοι του κράτους, οι χωροφύλακες του κράτους, οι δεσμοφύλακες του κράτους. Και οι… παπάδες του κράτους, στην περίπτωση που οι παπά­δες πλην της πνευματικής θέλουν να ασκούν και κο­σμική εξουσία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτά­δες, που ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται απ” τό πνεύμα και ολοένα και περισσότερο πλησιάζουν το… οινόπνευμα. (Το καλό κρασί θέλει και καλό φάϊ, λέει ο λαός.)

Παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ“ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος. Και μη μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύ­ουν έστω και μια λέξη απ” αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους. Πρόκει­ται, απλώς, για λόγια παχιά που απευθύνονται σε εγ­κέφαλους αδύνατους. Και καμιά φορά, πρόκειται για λόγια παχιά που κυοφορούνται σε εγκέφαλους αδύνα­τους και απευθύνονται σε εγκέφαλους το ίδιο αδύνα­τους. (Είναι η περίπτωση των «εθνικών» άλογων λόγων του Γ. Παπαδόπουλου και των περί αυτόν κρετίνων.)
ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίν­δυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. “Ετσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνι­κά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγόμενο.

Μ” άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλλη­νας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ” τη φυλετική του προέ­λευση. Εντούτοις θέλουμε τους “ Ελληνες να υπακού­ουν και στους «νόμους του αίματος», ως γνήσιοι Αφρι­κανοί. Και παρά ταύτα δε μας πετούν με τις κλωτσιές απ” την ΕΟΚ, κι απ” όπου αλλού υπάρχουν πολιτισμέ­νοι άνθρωποι.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο επίμοχθο και σχολα­στικά τεκμηριωμένο έργο του «Επί της δομής του Νεο­ελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) λέει: «Η συνεπής επιδίωξη της θρησκευτικής κλειστότητας στην τουρκοκρατία, ενώ διατήρησε την εθνική συνείδηση μεγάλων τμημάτων του ανά την Μικρά Ασία ελληνι­σμού, επί των Βαλκανίων επέφερε ένα αξεδιάλυτο συ­νειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αλβανών», κλπ. Και συνεχίζει: «Η κατάσταση του νεο­ελληνικού εθνισμού των πρώτων επαναστατικών χρό­νων ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας». Και διερωτάται ευλόγως: «Ποια εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει μια χώρα μει­ονοτήτων;». Και διευκρινίζει αλλού: «Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν».
Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουργεί ενσυνείδητα Ιστο­ρία. Διότι υπηρετεί τους πολιτικούς και όχι τον εαυτό του. Και η νεοελληνική Ιστορία δεν υπακούει σε καμιά πρόθεση. Απλώς, αναφύεται τυχαία και αναγκαία, όπως το χορταράκι στους αγρούς. Η νεοελληνική Ιστο­ρία είναι… αγροτική ιστορία στην πιο απόλυτη κυριολεξία.
*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (19.4.87)ΠΗΓΗ:eranistis



Το διαβάσαμε από το: Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων (Βασίλης Ραφαηλίδης* - 1987).